19 Νοεμβρίου 2011

ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΚΑΙ Η ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Του Ιωαννη Σακκα*


Η νίκη της Ελλάδας κατά των Ιταλών εισβολέων και η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων στα εδάφη της νότιας Αλβανίας τον χειμώνα του 1940 επανέφερε στην επιφάνεια τα εκκρεμή εθνικά ζητήματα της Βόρειας Ηπείρου και των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων και ενθάρρυνε την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση να ζητήσει από τη Βρετανία μια φιλική χειρονομία στην Κύπρο. Στις αρχές Ιουλίου του 1941 ο πρωθυπουργός Εμμ. Τσουδερός συνέταξε και επέδωσε στον βασιλιά Γεώργιο υπόμνημα περί των νόμιμων διεκδικήσεων της Ελλάδας, στις οποίες περιελάμβανε τις αλύτρωτες περιοχές της Βόρειας Ηπείρου, της Δωδεκανήσου και της Κύπρου. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Γ. Παπανδρέου, στον απελευθερωτικό λόγο του προς τον λαό της Αθήνας, στις 18 Οκτωβρίου 1944, εστίασε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδας στην προσάρτηση των Δωδεκανήσων και της Βόρειας Ηπείρου. Στην Κύπρο απέφυγε να αναφερθεί, προφανώς για να μη δυσαρεστήσει τους Βρετανούς σ' εκείνη την κρίσιμη περίοδο, που τόσο πολύ τους χρειαζόταν.

Περισσότερο ελπιδοφόρα από την εξέλιξη του Βορειοηπειρωτικού και του Κυπριακού διαγράφηκε στα χρόνια του πολέμου η προοπτική για οριστική επίλυση του Δωδεκανησιακού ζητήματος. Τα Δωδεκάνησα είχαν παραμείνει υπό οθωμανική κατοχή μέχρι το 1912, όταν περιήλθαν στην Ιταλία στη διάρκεια του ιταλο-οθωμανικού πολέμου για την Κυρηναϊκή. Η Ελλάδα νομιμοποιούνταν να διεκδικήσει μεταπολεμικά την ενσωμάτωσή τους στον εθνικό κορμό, αφού η ελληνικότητά τους ήταν αναμφισβήτητη (το 1912 ο πληθυσμός της Δωδεκανήσου ήταν 143.482, από τους οποίους οι 131.332 ήταν Ελληνες) και βρίσκονταν υπό την κατοχή εχθρικής προς τους Συμμάχους δύναμης.



Η στάση της βρετανικής διπλωματίας
Οι Βρετανοί, αν και δεν επιθυμούσαν να αναλάβουν στη διάρκεια του πολέμου μονομερείς δεσμεύσεις σε θέματα εδαφικών μεταβολών, είχαν την πρόθεση να στηρίξουν την ελληνική διεκδίκηση, αποφεύγοντας να τη συνδέσουν με διπλωματικές ή επιχειρησιακές σκοπιμότητες. Οταν τον Δεκέμβριο του 1941 στη Μόσχα ο Στάλιν εισηγήθηκε στον Ηντεν την παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Τουρκία για τον προσεταιρισμό της, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών επισήμανε στον Σοβιετικό ηγέτη το ελληνικό ενδιαφέρον για τα Δωδεκάνησα και τα προβλήματα που θα δημιουργούσε στο Συμμαχικό στρατόπεδο μια τέτοια συναλλαγή με τους Τούρκους. Και όταν τον Απρίλιο του 1943 ο ίδιος ο Τσώρτσιλ, στην επιθυμία του να εξασφαλίσει την πολεμική έξοδο της Τουρκίας για τη συγκρότηση ενός βαλκανικού μετώπου, πρότεινε να ζητήσουν βοήθεια από τους Τούρκους (αεροπορικές διευκολύνσεις ή πλήρη στρατιωτική σύμπραξη) με αντάλλαγμα τη Ρόδο, ο Ηντεν αντέτεινε ότι σε μια τέτοια περίπτωση η Ελλάδα, χώρα Συμμαχική, θα αντιδρούσε έντονα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα διαταράσσονταν και θα παραβιαζόταν η συμμαχική αρχή της «αποφυγής διαπραγματεύσεων για εδαφικά ζητήματα πριν από τον τερματισμό του πολέμου».

Μετά την ανακωχή της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, τα Δωδεκάνησα περιήλθαν στη γερμανική κατοχή. Τον επόμενο χειμώνα, βρετανικές δυνάμεις σε συνεργασία με τους άντρες του Ιερού Λόχου υπό τον συνταγματάρχη Χριστόδ. Τσιγάντε ανέλαβαν δράση για την απελευθέρωση των νησιών. Στις 8 Μαΐου 1945 έφτασε στη Σύμη ο διοικητής Δωδεκανήσου, υποστράτηγος Βάγκνερ, για να υπογράψει πρακτικό παράδοσης των εκεί γερμανικών δυνάμεων στους αντιπροσώπους των Συμμάχων - Αγγλίας, Γαλλίας και Ελλάδας. Στη συνέχεια, ο Ιερός Λόχος αποχώρησε και τα νησιά περιήλθαν υπό βρετανική στρατιωτική διοίκηση, η οποία παρέμεινε για δύο σχεδόν χρόνια. Οι νέες στρατιωτικές αρχές εφάρμοσαν σε γενικές γραμμές το διοικητικό και φορολογικό σύστημα της φασιστικής Ιταλίας, διατήρησαν τους Ιταλούς υπαλλήλους στις θέσεις τους και φάνηκαν απρόθυμοι να διευκολύνουν την παλιννόστηση των Δωδεκανησίων που ζούσαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η εισήγηση Μπέβιν
Η νέα βρετανική κυβέρνηση των Εργατικών, που προήλθε από τις εκλογές του Ιουλίου 1945, δίσταζε να αναλάβει πρωτοβουλία χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Επιθυμία της ήταν να δικαιωθεί η ελληνική κυβέρνηση, αφού τα άλλα εδαφικά αιτήματα της Ελλάδας ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνουν αποδεκτά, και η χώρα χρειαζόταν μια επιτυχία για να ικανοποιηθεί η κοινή γνώμη. Στις 21 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Ερνεστ Μπέβιν συνέταξε απόρρητο μνημόνιο με αποδέκτη τη βρετανική κυβέρνηση: «Τυχόν αποτυχία στην απόδοση των νησιών στην Ελλάδα, τη στιγμή που βρίσκονται στην κατοχή μας», έλεγε, «θα αποτελούσε δυσμενή αντίθεση με την ικανότητα της Ρωσίας να διανέμει πρώην εχθρικά εδάφη στους δορυφόρους της, θα μείωνε το κύρος μας στην Ελλάδα και αλλού και θα αποδυνάμωνε την ελληνική κυβέρνηση, η οποία αντιμετωπίζει τη στιγμή αυτή επίθεση για την αποτυχία της να αποκομίσει οτιδήποτε από τον ειρηνευτικό διακανονισμό και θα μπορούσε να αποδειχθεί αδύνατο να επιβιώσει, αν και αυτή η ακαταμάχητη διεκδίκηση δεν γίνει αποδεκτή». Εντούτοις, η βρετανική κυβέρνηση δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να δοθεί το Καστελόριζο στην Τουρκία «λόγω εγγύτητας», γνωρίζοντας το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Αγκυρας για το νησί.
Η στάση της Τουρκίας
Η Τουρκία ήταν πρόθυμη να αποδεχτεί την ενσωμάτωση των νησιών στην ελληνική επικράτεια, με τον όρο ότι θα κατοχυρωθεί η αμυντική ασφάλεια της παράκτιας μικρασιατικής ζώνης. Η στάση της καθορίστηκε από την ανάγκη για διπλωματική σύμπραξη με τη Βρετανία, προκειμένου να διασφαλίσει την εδαφική ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της κατά τη ρευστή μεταπολεμική περίοδο, την κεμαλική στρατηγική τής μη εμπλοκής σε διεκδικητικούς αγώνες για εδάφη, όπου δεν επικρατούσε το ομοεθνές μουσουλμανικό στοιχείο, και τη βούλησή της να μην προκαλέσει τους Σοβιετικούς, οι οποίοι το καλοκαίρι του 1946 έθεσαν θέμα αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών, ενέργεια που στη Δύση ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια της Μόσχας να αποκτήσει την υπεροχή στην ανατολική Μεσόγειο.
Η τελική απόφαση των συμμάχων για την ένωση
Στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών των τεσσάρων συμμάχων στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1946 κανένα από τα ελληνικά εθνικά αιτήματα δεν ικανοποιήθηκε, λόγω των αντιρρήσεων του Σοβιετικού εκπροσώπου Μολότωφ. Στο θέμα της Δωδεκανήσου η Μόσχα συνδύασε τη θολή και παρελκυστική της πολιτική με την εκδήλωση δυσπιστίας προς την «αντιδραστική» κυβέρνηση του Κ. Τσαλδάρη και ενδιαφέροντος για την εξασφάλιση ναυτικών βάσεων στην περιοχή Δαρδανελλίων - Βοσπόρου.
Ωστόσο, κατά τη δεύτερη συνεδρίαση στις 27 Ιουνίου 1946 ο Μολότωφ συμφώνησε να αποδοθούν τα νησιά στην Ελλάδα, περιλαμβανομένου και του Καστελλόριζου, με μοναδικό όρο την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Η αιφνιδιαστική αλλαγή θα πρέπει να αποδοθεί στην επιμονή των Αγγλο-Αμερικανών να ικανοποιηθεί το αίτημα μιας χώρας, που είχε συνεισφέρει πολλά στη συντριβή του φασισμού, και κυρίως στη βούληση της Μόσχας να εμποδίσει την ενίσχυση της Τουρκίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν τεταμένες εξαιτίας των σοβιετικών πιέσεων για το ζήτημα του ελέγχου των Στενών. Η ελληνική πλευρά, λαμβάνοντας υπόψη της την απαίτηση των συμμάχων για συμβατική κατοχύρωση της αμυντικής ασφάλειας της Τουρκίας, αποδέχθηκε τον όρο του αφοπλισμού των νησιών, εφόσον μάλιστα δεν διαγραφόταν τότε ως πιθανή η διατάραξη των σχέσεών της με τη γείτονα χώρα.
Ετσι, προτού καν συνέλθει η Διάσκεψη Ειρήνης (29 Ιουλίου - 11 Οκτωβρίου 1946), το θέμα των Δωδεκανήσων είχε λάβει ευνοϊκή τροπή για την Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο η Επιτροπή Πολιτικών και Εδαφικών Ζητημάτων, επιφορτισμένη να επεξεργαστεί τους όρους της Συνθήκης Ειρήνης με την Ιταλία, υιοθέτησε ομόφωνα το ελληνικό αίτημα για την ενσωμάτωση των νήσων. Για να αποφευχθούν μελλοντικά προστριβές στη μεθοριακή ζώνη του Αιγαίου στο κείμενο οριζόταν ότι τα Δωδεκάνησα «είναι και θα παραμείνουν αποστρατιωτικοποιημένα», πρόβλεψη που θα επικαλεστεί η Τουρκία κατά τρόπο καταχρηστικό μετά το 1974.
Η ανάληψη της διοίκησης των νησιών από την Ελλάδα έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 με την παράδοσή τους από τους Βρετανούς στον Ελληνα στρατιωτικό διοικητή, αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Μετά την επικύρωση της Συνθήκης με την Ιταλία, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, η Δωδεκάνησος προσαρτήθηκε και επισήμως στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948. Ο στρατιωτικός διοικητής αποχώρησε και συστήθηκε η Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου, με πρώτο γενικό διοικητή τον Κάσιο γιατρό και αγωνιστή, Νικόλαο Μαυρή.
* O κ. Ιωάννης Σακκάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Μεσογείου στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Next previous home

Share

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More